Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Καλώς ήλθατε,

Γράφοντας στο ιστιολόγιο τούτο, στόχος μου είναι η προώθηση, η αναβάθμιση και η πληροφόρηση της κοινής γνώμης σε θέματα που αφορούν την προάσπιση της Δημόσιας Υγείας, και ειδικότερα σε θέματα Υγιεινής Διατροφής και Διατροφικής Αγωγής.
Αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πραγματική ανάγκη και υποχρέωση, η ενημέρωση του κόσμου σχετικά με τη Διατροφή, ιδιαίτερα στις μέρες μας όπου επικρατεί μια ασαφής, ελλιπής και λανθασμένη εικόνα των διατροφικών προτύπων.
Ελπίζω και εύχομαι, να μου δοθεί η δυνατότητα να συνδράμω στην προσπάθεια ενημέρωσης της κοινής γνώμης, σε θέματα που αφορούν την Υγεία. Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου.

Παναγιώτης Α. Βαραγιάννης M.Med.Sc
Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Μεταπτυχιακός τίτλος: Human Nutrition,
Specialisation: Clinical Nutrition, University of Glasgow, UK
Πτυχιούχος Χαροκόπειου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων
Επιστημονικός Συνεργάτης: www.iatronet.gr

ΒΑΡΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ...ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

ΒΑΡΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ...ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Αγόρι ή κορίτσι? Όποια και να είναι η απάντηση η ευχή παραμένει η ίδια: να είναι γερό και δυνατό! Μπορεί όμως κάποιος να προβλέψει την μελλοντική υγεία και ανάπτυξη του παιδιού από τις πρώτες κιόλας μέρες της ζωής του? Πολλοί ερευνητές εξετάζουν για το λόγο αυτό, το βάρος γέννησης του παιδιού. Ας δούμε λοιπόν τι συμπεράσματα προκύπτουν.
Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι τα βρέφη που έχουν χαμηλό βάρος γέννησης, έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίων καρδιακών παθήσεων, καρδιακής προσβολής, διαβήτη τύπου 2, εγκεφαλικής παράλυσης, υπέρτασης και οστεοπόρωσης. Οι συσχετίσεις αυτές είναι αποτέλεσμα κυρίως της αργής ανάπτυξης του εμβρύου στην μήτρα και της διάρκειας της κύησης, παρά της πρόωρης γέννησης. Η αργή εμβρυϊκή ανάπτυξη καθορίζεται πρώτιστα από τη φτωχή και ελλιπή διατροφή του εμβρύου από τη μητέρα, καθώς υπάρχουν και άλλες επιρροές όπως η υποξία και το στρες. Θα πρέπει να τονιστεί όμως, οτι η σχέση του βάρους γέννησης και της εμφάνισης χρόνιων παθήσεων ορίζεται συνήθως όταν το βάρος γέννησης βρίσκεται εκτός των ορίων της κανονικής διακύμανσης. Για παράδειγμα, ένα άτομο που γεννήθηκε 3 κιλά διατρέχει μικρότερο κίνδυνο από ένα άτομο που γεννήθηκε 2,5 κιλά. Αντίστοιχα, ένα άτομο που γεννήθηκε 4 κιλά διατρέχει μικρότερο κίνδυνο από ένα άτομο που γεννήθηκε 3,5 κιλά. Αυτό υποδηλώνει, ότι διακυμάνσεις στην διατροφή των εμβρύων, υγιών μητέρων, έχουν σίγουρα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στην μελλοντική ανάπτυξη των παιδιών.
Η παρατήρηση ότι βάρος γέννησης άνω των 4 kg σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση ορισμένων κακοήθων νοσημάτων της παιδικής ηλικίας χρονολογείται από μακρού. Σχετικά πρόσφατα δημοσιεύθηκε εργασία, στην οποία μελετήθηκαν αναδρομικά 3.711 παιδιά με κακοήθη νοσήματα, και παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ του υψηλού βάρους γέννησης και του κινδύνου εμφάνισης κακοήθων νοσημάτων.
Πως εξηγείται όμως η σχέση του βάρους γέννησης και της εμφάνισης χρόνιων παθήσεων? Η απάντηση βρίσκεται στην ‘ευπλαστότητα’ της ανάπτυξης. Γενικά, ισχύει ότι όλοι οι ζώντες οργανισμοί είναι ‘εύπλαστοι’ κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους. Ένας και μόνος γονότυπος μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικές δομές και λειτουργίες σε απάντηση των περιβαλλοντικών συνθηκών κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους όχι μόνο μεταξύ των γονιδίων που αποκτούν κατά τη σύλληψη αλλά και μέσω των αλλαγών στην έκφραση των γονιδίων, η οποία προκαλείται πρωτίστως από τη διατροφή καθώς και από επιρροές κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Ο γενετικός πολυμορφισμός πιθανόν να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα στους ανθρώπους που έχουν διαφορετικό βάρος γέννησης. Κλασσικό παράδειγμα, αποτελεί η επίδραση του pro12pro πολυμορφικού του γονιδίου PPA –γ, στην αντίσταση της ινσουλίνης.
Τι συμβαίνει όμως με το βάρος που αποκτούν οι μητέρες κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης? Η πλειονότητα των μελετών δείχνει ότι οι μητέρες που αποκτούν περισσότερο βάρος κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης έχουν μεγάλη πιθανότητα να γεννήσουν βαρύτερα παιδιά. Από την άλλη πλευρά, τα μικρά μωρά είναι ‘βιολογικά’ ανόμοια από τα μεγαλύτερα μωρά, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως: (1) στην μειωμένη λειτουργική ικανότητα σε βασικά όργανα, π.χ λιγότερες δομικές λειτουργικές μονάδες στο νεφρό, (2) στη διαφορετική δομή, π.χ της καρδιάς και της αγγείωσής της, (3) στις διαφορετικές μεταβολικές ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της αντίστασης στην ινσουλίνη. Επίσης, οι αλλαγές στην έκφραση γονιδίων κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης μπορεί να τροποποιήσουν τις αντιδράσεις ενός ατόμου στο περιβάλλον, στην ενήλικη ζωή. Τελικά, τα άτομα που γεννήθηκαν με μικρό βάρος γέννησης είναι πιο ευάλωτα στις αρνητικές επιπτώσεις της παχυσαρκίας, σε μια φτωχή και ελλιπή διατροφή και σε ένα ψυχοκοινωνικό στρες στην ενήλικη ζωή.
Δεν θα πρέπει να παραληφθεί το γεγονός, ότι αν συμβεί θρεπτικός υποσιτισμός τα 2 πρώτα χρόνια ζωής ενός παιδιού και είναι σοβαρού βαθμού και διάρκειας, επηρεάζεται τόσο η σωματική ανάπτυξη όσο και η ανάπτυξη του εγκεφάλου με αποτέλεσμα μόνιμη σωματική και νοητική καθυστέρηση. Όπως είναι γνωστό, ο αριθμός των εγκεφαλικών κυττάρων συμπληρώνεται τα 2 πρώτα χρόνια της ζωής. Επομένως παρατεταμένη σοβαρή υποθρεψία την περίοδο αυτή θα επιφέρει μόνιμη νοητική καθυστέρηση.
Ο ερευνητής D. Barker, δημοσίευσε πρόσφατα τα αποτελέσματα μιας πολύχρονης μελέτης. Πιο συγκεκριμένα, παρατήρησε, ότι τα μωρά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του λιμού, λόγω πολέμου (β’ παγκόσμιος), στην Ολλανδία είχαν βάρος γέννησης περίπου 200γρ κάτω του μέσου όρου. Σήμερα, εξήντα έτη αργότερα, τα άτομα αυτά παρουσιάζουν ινσουλινοαντοχή και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Επομένως, αν μια μητέρα δεν διατρέφεται σωστά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το έμβρυο δημιουργεί προσαρμοστικούς μηχανισμούς, όπως μείωση του μεγέθους σώματος και διαφοροποίηση του μεταβολισμού, οι οποίοι το βοηθούν να επιβιώσει.
Από το 1933, ο ερευνητής Mellanby είχε παρατηρήσει ότι εξαιτίας της διαφορετικής ικανότητας (δυνατότητας) κάθε μητέρας να θρέψει το παιδί της,( η οποία εξαρτάται εν μερει από την δικής της ΄μητρική διατροφική εμπειρία΄, και την ανάπτυξή της), το έμβρυο αντιδρά όχι μόνο στις διάφορες καταστάσεις που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και σε καταστάσεις που συνέβηκαν ενδεχομένως μερικές δεκαετίες πριν. Μικρόσωμες μητέρες γεννούν μικρά μωρά, ακόμη και σε καταστάσεις ‘παρένθετης μητέρας’, όπου ανεξάρτητα από τις σωματικές διαστάσεις της δότριας μητέρας, το μωρό έχει τα σωματικά γνωρίσματα της γυναίκας που το έφερε στον κόσμο.
Κατά τη διάρκεια της κύησης, η διατροφή του εμβρύου δεν εξαρτάται μόνο από την καθημερινή διατροφή της μητέρας, γεγονός εξαιρετικά επικίνδυνο. Δηλαδή, το έμβρυο αναπτύσσεται και από τα αποθηκευμένα θρεπτικά συστατικά και τον μεταβολικό κύκλο των πρωτεινών και του λίπους, στους ιστούς της μητέρας. Η ποσότητα της μυικής και της λιπώδης μάζα της μητέρας επηρεάζει το έμβρυο καθώς και την ευαισθησία τους στην ινσουλίνη. Μια διαδικασία μέσω της οποίας η διατροφή της μητέρας και η σύνθεση του σώματός της επηρεάζουν την ανάπτυξη του εμβρύου, είναι μέσω της αλλαγής της περιφερειακής ροής αίματος, η οποία έχει επιλεκτικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη συγκεκριμένων οργάνων. Τα συμπεράσματα από τις νέες μεθόδους τεχνικής αναπαραγωγής στον άνθρωπο, και τα πειράματα στα ζώα, δείχνουν ότι η πορεία της εμβρυϊκής ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της κύησης ορίζεται σε συνάρτηση του διατροφικού προφίλ της μητέρας, τη χρονική περίοδο της σύλληψης.
Τελειώνοντας, η ‘λίστα’ των χρόνιων παθήσεων των οποίων η προέλευση βρίσκεται στην πρόωρη ανάπτυξη επεκτείνεται μεταξύ των καρδιαγγειακών ασθενειών και τον τύπο 2 διαβήτη. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν σήμερα ισχυρά στοιχεία ότι η οστεοπόρωση είναι μια ακόμη ‘σωματική ανάμνηση’ του υποσιτισμού στο ευαίσθητο αρχικό στάδιο της ανάπτυξης. Η πρόληψη όμως, των στεφανιαίων καρδιακών παθήσεων και του διαβήτη τύπου 2 εξαρτάται: 1) από τις μητέρες που έχουν μια ποικίλη και ισορροπημένη διατροφή, πριν από τη σύλληψη, και αποφεύγουν τον υπο- ή υπερσιτισμό, (2) από την προστασία της ανάπτυξης των νηπίων και (3) από την αποφυγή της γρήγορης ανάκτησης βάρους των μικρών παιδιών.
Συμπερασματικά, η απόδειξη ότι κανονικές παραλλαγές του εμβρυικού μεγέθους στη γέννηση έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία, κατά την διάρκεια της ενήλικης ζωής, έχει υποκινήσει μια επαναξιολόγηση της εμβρυικής ανάπτυξης. Υπάρχουν αυξανόμενα στοιχεία ότι η εμβρυική, η νηπιακή ανάπτυξη, η μητρική διατροφή και η σύσταση του σώματός της κατά την διάρκεια της σύλληψης αλλά και κατά τη εγκυμοσύνη, παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της μελλοντικής υγείας των παιδιών.


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΒΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ MMedSc
ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ -ΔΙΑΤΡΟΦΟΛΟΓΟΣ